210 80.60.098
ΖΩΗ - ΘΑΝΑΤΟΣ

ΜΑΘΑΙΝΩ ΤΗ ΖΩΗ

Ποτέ δεν θα το πίστευα. Θα θεωρούσα τρελό όποιον που τόλεγε. Πως είναι δυνατόν να μάθω τη ζωη προσεγγίζοντας το θάνατο; Είναι η αποθέωση του παραλόγου.

Κι όμως… Η ζωη τα κανόνισε αλλιώς. Και τα κανόνισε μια χαρά. Πρώτα φρόντισε να κάνει την ψυχή μου ευαίσθητο δέκτη και ύστερα οδήγησε προσεκτικά τα βήματά μου στο πλευρό ανθρώπων που πέθαιναν. Τότε έγινε το θαύμα. Ωρίμασα, έμαθα, θαύμασα, γαλήνεψα. Τώρα πια ξέρω τόσα πολλά για τη ζωη, ώστε μπορώ να αισθάνομαι ευτυχής.

Κάποτε πέθαινε στα χέρια μου μια πολύ νέα γυναίκα. Ζήσαμε μαζί, στο ημίφως του δωματίου της στο νοσοκομείο, μερικές από τις τελευταίες στιγμές της. “Δε λυπάμαι που πεθαίνω”, μου είπε. “Έζησα μια θαυμάσια ζωη, γεμάτη χαρές και συγκινήσεις. Είμαι τόσο χορτάτη, που φεύγω ευχαριστημένη, αφήνοντας πίσω μου έναν πολύ καλό σύζυγο και δύο υπέροχα παιδιά”. Το πρόσωπό της είχε μια γαλήνη, που δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν ανυπόκριτη. Ήταν τόσο σίγουρη ότι όλα πήγαιναν καλά, που η ικανοποίηση ακτινοβολούσε μέσα στο ζεστό βλέμμα της. Ένοιωθα μια θετική αύρα να περνάει τρυφερά στο χέρι μου καθώς ακουμπούσε το δικό της και να μου ανοίγει τα μάτια της ψυχής.

Πώς μπόρεσε εκείνη και χόρτασε τόσο γρήγορα τη ζωη, σκέφθηκα. Εγώ ακόμη προσβλέπω να συμβούν ίσως στο μέλλον, τα σημαντικότερα πράγματα που περιμένω, για να ικανοποιηθώ.

Σε λίγες μέρες έφυγε η γυναίκα κάπου μακριά, το ειρηνικό της χαμόγελο πέρασε από τα μάτια μου στη μνήμη μου, ενώ το τρυφερό της αποτύπωμα έμεινε στην ψυχή μου για να ξυπνάει κάθε τόσο διακριτικά το πνεύμα μου και να μου δείχνει τη ζωη.

Ποιος έζησε λιγότερο, αναρωτήθηκα. Εκείνη ή εγώ; Σε τι μονάδες πρέπει να μετριέται άραγε η ζωη; Σίγουρα πάντως όχι σε μονάδες χρόνου. Δεν υπάρχει πιο απατηλό πράγμα από το χρόνο, άσχετα αν μας βολεύει σε μερικά καθημερινά πρακτικά πράγματα, όπως είναι η στρατιωτική θητεία, η σειρά προτεραιότητας στις Τράπεζες και τα Ταχυδρομεία και η ρύθμιση των φωτεινών σηματοδοτών στους δρόμους. Πόσες φορές έχουμε πει: “Δεν περνάει αυτή η ώρα”; Πόσες; Όσες φορές έχουμε πει και το αντίθετο: “Πώς πέρασε τόσο γρήγορα η ώρα; Ούτε το καταλάβαμε”.

Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι ο χρόνος είναι αλήθεια, τότε το μόνο αληθινό που υπάρχει είναι το δευτερόλεπτο που βρίσκεται κάθε στιγμή κάτω απ’ τα πόδια μας. Κι όμως αυτό το ζούμε τόσο σπάνια. Ζούμε με τις προσδοκίες του μέλλοντος, τρέχοντας με όλη μας τη δύναμη προς αυτό και όταν σταματάμε να ξαποστάσουμε, ξεφυλλίζουμε παλιές φωτογραφίες. Ονειρευόμαστε να κρατήσουμε στην αγκαλιά μας το πρώτο μας παιδί, μετά λαχταράμε να περπατήσει, κάνουμε όνειρα γι’ αυτά που θα του προσφέρουμε όταν θα πάει στο σχολείο, το φανταζόμαστε να μπαίνει στο Πανεπιστήμιο και να έχει μια λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και, όταν πια μεσουρανήσει στη ζωη, λέμε: “πότε μεγάλωσε και δεν το πήραμε είδηση”;

Έτσι περνάει ο καιρός. Με τα ψέματα. Με αέρα κοπανιστό. Προσβλέπουμε συνέχεια σ’ αυτό που θα ‘ρθει και αδιαφορούμε γι’ αυτό που έχουμε. Γι αυτό κι όταν καμιά φορά περάσει απ’ το μυαλό μας ότι θα ‘ρθει η στιγμή που δεν θα μπορούμε να προσδοκούμε πια τίποτε μεταγενέστερο και το πάνθεον των φωτογραφιών της ζωής μας δεν θα έχει παρά λιγοστές γκρίζες αναμνήσεις, μας κυριεύει ένα συναίσθημα ιδιαίτερα άβολο. Έτσι οι περισσότεροι αποφεύγουμε την κατά μέτωπο αναμέτρηση με αυτή τη σκέψη και, όταν μας έρχεται, την απωθούμε βιαστικά και ξαναπέφτουμε στην καθημερινή μας ονειρική κατάσταση που μας κρατάει μακριά από την πραγματικότητα.

Ας κάνουμε όμως ένα πείραμα: Όταν κάποια στιγμή σκεφθούμε: ” Αχ! Πότε θα ‘ρθει το Σάββατο να πάω σ’ αυτή την εκδρομή που τόσο έχω λαχταρήσει”, εκείνη τη στιγμή να αντισταθούμε λέγοντας: “Δε χρειάζεται να ‘ρθει. Καλά κάθεται εκεί. Είναι πολύ νωρίς ακόμη, είναι μόλις Παρασκευή απόγευμα. Τι δουλειά έχει το Σάββατο; Κάποια στιγμή θα πέσω εγώ πάνω του. Δε χρειάζεται να ‘ρθει αυτό σε μένα. Η Παρασκευή είναι εδώ και την απολαμβάνω. Αυτή η Παρασκευή δεν θέλω να τελειώσει ποτέ”. Και πραγματικά είναι απίστευτη η απόλαυση, που μπορεί κανείς να έχει σε κάθε στιγμή μιας συνηθισμένης και καθ’ όλα κοινής μέρας. Η φρεσκάδα του αέρα, οι αρωματικές οσμές που αναδίδονται από τα πιο απίθανα αντικείμενα, ο φωτισμός, οι ήχοι που φθάνουν στα αυτιά μας πάντα διαφορετικοί, η φωνή του εκφωνητή στο ραδιόφωνο, το στιγμιαίο άγγιγμα της πωλήτριας όταν δίνει στο χέρι μας τα ρέστα, τα τριχοειδή σκασίματα του τοίχου που είναι απέναντί μας και παίρνουν τέτοια χαριτωμένα σχέδια, που θα μπορούσε να βρίσκονται σε κάποιο πίνακα ενός σπουδαίου σουρεαλιστή ζωγράφου, όλα αυτά και ακόμη αμέτρητα άλλα, που περνάνε κάθε στιγμή απαρατήρητα, μπορούν να μας δίνουν απίστευτη ευχαρίστηση.

Όταν επί τέλους πια κάποια στιγμή έλθει και το Σάββατο χωρίς εμείς να το έχουμε καλέσει και χωρίς να το περιμένουμε, θα έχουμε μέσα μας τη βαθιά ικανοποίηση από την πλούσια και γεμάτη συγκινήσεις, χαρές και εκπλήξεις Παρασκευή που πέρασε. Μόνο τότε δεν θα λυπηθούμε ποτέ, που πέρασε η Παρασκευή. Γιατί θα έχουμε κρατήσει μέσα μας όλο το νέκταρ, όπως ακριβώς δεν στενοχωρηθήκαμε ποτέ, που τελείωσε ένα πλούσιο γεύμα, αφού το απολαύσαμε και είμαστε χορτάτοι.

Όμως υπάρχει ένας βαθύτερος λόγος που μας εμποδίζει να χαρούμε ό,τι μας περιβάλλει. Είναι ότι θεωρούμε ο καθένας τον εαυτό του ως το κέντρο του Σύμπαντος και ως το μοναδικό λόγο ύπαρξης των πάντων. Δυσκολευόμαστε πάρα πολύ να παραδεχθούμε τη θέση μας μέσα στο Σύμπαν, που είναι το ίδιο μικρή, όσο και σπουδαία. Η σπουδαιότητα συνίσταται, στο ότι συντελούμε κι εμείς στο Μεγαλείο του Σύμπαντος.

Ποιος άραγε αναγνωρίζεται σαν σπουδαιότερος; Ένας πλανόδιος οργανοπαίκτης σε κάποιο λαϊκό πανηγύρι ή ένα μέλος μιας πολυμελούς και παγκόσμιας φήμης συμφωνικής ορχήστρας; Σίγουρα οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν για το δεύτερο, παρ’ όλο που ίσως μόνο το ευαίσθητο αυτί κάποιου έμπειρου μαέστρου θα μπορούσε να διακρίνει τη δική του συμμετοχή μέσα στο σύνολο. Δεν πειράζει όμως. Αρκεί που συντελεί σε κάτι τόσο μεγαλειώδες. Όσο πιο μεγάλο και θαυμάσιο είναι το σύνολο, τόσο πιο σπουδαία γίνεται η συμμετοχή κάθε μικρού συντελεστή αυτού του συνόλου. Και αν ο μουσικός μιας συμφωνικής ορχήστρας νοιώθει τόσο περήφανος, πώς άραγε θα έπρεπε να νοιώθει καθένας μας για τη συμμετοχή του στο Μεγαλείο του Σύμπαντος;

Είναι γνωστό ότι όπου να ‘ναι, σε μερικά μόνο δισεκατομμύρια χρόνια από τώρα, το ηλιακό μας σύστημα θα περάσει πολύ κοντά από το κέντρο του Γαλαξία. Μια περιοχή με τόσο μεγάλη αστρική πυκνότητα, ώστε είναι εξαιρετικά απίθανο να μη συγκρουσθεί με κάποιο άστρο, ίσως χιλιάδες φορές μεγαλύτερο από τον Ήλιο μας ή με κάποια μαύρη τρύπα και να μετατραπεί σε φωτόνια, ηλεκτρόνια, ποζιτρόνια και άλλα πυρηνικά σωματίδια και κβάντα ενέργειας. Το θέαμα θα είναι φανταστικό. Απίθανα χρώματα και λάμψεις θα πετάγονται προς κάθε κατεύθυνση, καθώς οι γιγάντιες πυρηνικές εκρήξεις θα διαδέχονται η μία την άλλη. Νέα άστρα θα γεννηθούν, και νέοι πλανήτες θα διαμορφωθούν από μάζες που θα αποσπασθούν και θα μπουν σε τροχιά γύρω απ’ αυτά. Απίστευτη μαγεία που δε μπορεί να τη χωρέσει ο νους του ανθρώπου.

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο εγωιστικό πράγμα από το να πει κανείς: “Και τι με νοιάζει εμένα; Αφού δεν θα είμαι εκεί για να τα απολαμβάνω”. Καθένας μας είναι ένας σπουδαίος συντελεστής όλων όσων συμβαίνουν και όσων θα επακολουθήσουν στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Όπως ακριβώς οι ψηφίδες στα ανεκτίμητης αξίας ψηφιδωτά, τα οποία δεν θα υπήρχαν χωρίς αυτές.

Ο Λέο Μπουσκάλια, Ιταλικής καταγωγής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, έχει γράψει μια σειρά από βιβλία που πραγματεύονται τη ζωη, την αγάπη, τη γνώση, την ανθρώπινη επικοινωνία. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ένα βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά. Παιδιά ηλικίας από πέντε έως … εκατόν πενήντα πέντε ετών… περίπου! Ο τίτλος του είναι “Η πτώση του φύλλου που το έλεγαν Φρέντυ”. Αυτό το παιδικό βιβλίο πραγματεύεται το θανατο. Είναι εκπληκτικό πως μπόρεσε ο συγγραφέας να προσεγγίσει τόσο διδακτικά ένα τόσο βαθιά υπαρξιακό ζήτημα μέσα από ένα παραμύθι. Πρωταγωνιστής είναι ο Φρέντυ, φύλλο ενός αιωνόβιου φυλλοβόλου δέντρου. Κάποιο γειτονικό του φύλλο, ο Ντάνιελ είναι ο επιστήθιος φίλος του, με τον οποίο ο Φρέντυ μοιράζεται τις μεταφυσικές του ανησυχίες. Στις γραμμές που ακολουθούν παραθέτω αυτούσιο το τελευταίο μέρος από αυτό το υπέροχο παραμύθι, καθώς αισθάνομαι πως αποτελούν συνέχεια των σκέψεων που μόλις προηγήθηκαν για τη ζωη και το θανατο:

… “Μια μέρα, ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβηκε. Η ίδια αύρα, το ίδιο αεράκι, που σε άλλη εποχή έκανε τα φύλλα να χορεύουν ανάλαφρα, τώρα τα φυσούσε δυνατά πάνω στο κοτσάνι τους και τα τράνταζε αγριεμένα. Μερικά φύλλα δεν άντεξαν το ανεμόδαρμα, κόπηκαν από τα κλαράκια τους και βρέθηκαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Στο τέλος, έπεφταν μαλακά πάνω στη γη.

Όλα τα φύλλα φοβήθηκαν.

“Τι συμβαίνει;” ρωτούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους.

“Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει το Φθινόπωρο”, τους εξήγησε ο Ντάνιελ. “Είναι καιρός για τα φύλλα ν’ αλλάξουν κατοικία. Μερικοί άνθρωποι το αποκαλούν αυτό θανατο”.

“Θα πεθανουμε όλοι;”, ρώτησε ο Φρέντυ.

“Ναι”, αποκρίθηκε ο Ντάνιελ. “Όλα πεθαίνουν. Δεν έχει σημασία πόσο μεγάλα ή πόσο μικρά είναι, πόσο αδύνατα ή δυνατά. Πρώτα επιτελούμε το καθήκον μας. Ζούμε τον ήλιο και το φεγγάρι, τον άνεμο και τη βροχή. Μαθαίνουμε να χορεύουμε και να γελάμε. Έπειτα πεθαινουμε”.

“Εγώ δεν θα πεθάνω!”, είπε αποφασιστικά ο Φρέντυ. “Εσύ, Ντάνιελ;”

“Ναι”, απάντησε ο Ντάνιελ. “Όταν έρθει η ώρα μου”.

“Πότε θα είναι αυτό;”, ρώτησε ο Φρέντυ.

“Κανένας δεν είναι σίγουρος”, αποκρίθηκε ο Ντάνιελ.

Ο Φρέντυ πρόσεξε ότι τ’ άλλα φύλλα συνέχισαν να πέφτουν. “Θα ήρθε η ώρα τους”, σκέφτηκε. Είδε μάλιστα ότι μερικά φύλλα αντιστέκονταν για λίγο στις ριπές του ανέμου πριν πέσουν. Άλλα πάλι αφήνονταν να κοπούν από το κλωνάρι τους με το πρώτο φύσημα του ανέμου κι έπεφταν απαλά στη γη.

Γρήγορα το δέντρο έμεινε σχεδόν γυμνό.

“Φοβάμαι να πεθάνω”, είπε ο Φρέντυ στον Ντάνιελ. “Δεν ξέρω τι υπάρχει εκεί κάτω”.

“Όλοι φοβόμαστε αυτό που δεν ξέρουμε, Φρέντυ. Είναι φυσικό”, τον διαβεβαίωσε ο Ντάνιελ. “Δεν φοβόσουν όμως, όταν η Άνοιξη έγινε Καλοκαίρι. Δεν φοβόσουν όταν το Καλοκαίρι έγινε Φθινόπωρο. Ήταν φυσικές αλλαγές. Γιατί πρέπει να φοβάσαι την εποχή του θανατου;”.

Πεθαίνει ακόμα και το δέντρο;” ρώτησε ο Φρέντυ.

“Κάποια μέρα. Υπάρχει όμως κάτι πιο δυνατό από το δέντρο. Είναι η Ζωη που διαρκεί για πάντα. Όλοι εμείς είμαστε μέρος της Ζωης”.

“Πού θα πάμε όταν πεθάνουμε;”.

“Κανένας δεν ξέρει με βεβαιότητα. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο!”.

“Θα γυρίσουμε πίσω την Άνοιξη;”.

“Εμείς ίσως όχι. Η Ζωη όμως ναι”.

“Τότε ποιος ήταν ο λόγος για όλα αυτά;”, ρώτησε ο Φρέντυ. “Τι χρειαζόταν να βρεθούμε εδώ αφού ήταν να πέσουμε και να πεθάνουμε;”.

Ο Ντάνιελ απάντησε με το σίγουρο ύφος του: “Ο λόγος ήταν για τον ήλιο και το φεγγάρι. Ήταν για τις ωραίες στιγμές που περάσαμε μαζί. Ήταν για τον ίσκιο, για τους γέρους και τα παιδιά. Ήταν για τα χρώματα το Φθινόπωρο. Ήταν για τις εποχές. Δεν είναι όλα αυτά αρκετά;”.

Εκείνο το απόγευμα, στο χρυσό φως του δειλινού, ο Ντάνιελ κόπηκε από το κλωνάρι του. Έπεσε χωρίς καμιά προσπάθεια. Καθώς έπεφτε, φαινόταν να χαμογελάει ειρηνικά. “Αντίο προς το παρόν Φρέντυ”, είπε.

Τώρα ο Φρέντυ ήταν ολομόναχος, το μόνο φύλλο που είχε απομείνει στο κλαδί.

Την άλλη μέρα το πρωί έπεσε το πρώτο χιόνι. Ήταν απαλό, άσπρο και ήρεμο. Το κρύο, όμως ήταν τσουχτερό. Ελάχιστα φάνηκε ο ήλιος την ημέρα εκείνη, που ήταν πολύ σύντομη. Ο Φρέντυ διαπίστωσε ότι έχανε το χρώμα του κι ότι γινόταν εύθραυστος. Το κρύο ήταν αδιάκοπο και το χιόνι βάραινε ανυπόφορα επάνω του.

Τα χαράματα ο άνεμος πήρε τον Φρέντυ από το κλωνάρι του. Καθόλου δεν πόνεσε. Ένιωσε να πλέει ήρεμα, απαλά και αθόρυβα μέσα στο κενό, όλο προς τα κάτω. Καθώς έπεφτε, είδε ολόκληρο το δέντρο για πρώτη φορά. Πόσο δυνατό και σταθερό ήταν! Ήταν σίγουρος ότι το δέντρο θα ζούσε για πολύ καιρό ακόμα. Κι ακόμα ήξερε τώρα, ότι ο ίδιος ήταν ένα μέρος από τη ζωη του δέντρου. Η γνώση αυτή τον έκανε υπερήφανο.

Ο Φρέντυ έπεσε πάνω σ’ ένα σωρό από χιόνι. Κατά κάποιο τρόπο ένιωσε να είναι μαλακά, ακόμα και ζεστά. Σ’ αυτή τη νέα του θέση ήταν πιο άνετα από κάθε άλλη φορά. Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Δεν ήξερε ότι ο ξερός και άχρηστος εαυτός του, όπως τον νόμιζε τώρα, θα γινόταν ένα με το νερό και θα χρησίμευε να γίνει το δέντρο πιο δυνατό. Πιο πολύ απ’ όλα, δεν ήξερε ότι εκεί, κοιμισμένα μέσα στο δέντρο και τη γη, υπήρχαν κιόλας σχέδια για να βγουν νέα φύλλα την Άνοιξη.

Author Info

iatreio

No Comments

Post a Comment